Real Estate News NETWORKSOCIALOPINION.GR | INVESTNEWS.GR | PARATIRITIS.GR | PREMIUM.PARATIRITIS.GR

realestatenews.gr

Κατοικία: Ποιοί φταίνε για την κρίση

Δεν είναι λίγοι που αναρωτιούνται τι πρέπει να γίνει για να ανατραπεί η σημερινή ζοφερή κατάσταση της αγοράς ακινήτων . Τα στοιχεία για την εξέλιξη των τιμών την περίοδο 2009-2010 είναι αποκαλυπτικά. Η πτώση των τιμών οφείλεται αποκλειστικά από την «αποχή» από την αγορά των χαμηλών κυρίως εισοδηματικών στρωμάτων και της μεσαίας τάξης που αναζητούσαν είτε πρώτη κατοικία είτε αναβάθμιση των στεγαστικών τους συνθηκών. Αποκαλυπτικό είναι το γεγονός ότι το σύνολο των περιοχών της Δυτικής Αθήνας περιλαμβάνεται στην λίστα με τις περιοχές με τις μεγαλύτερες απώλειες. Ανάλογη είναι και η πορεία των τιμών και σε περιοχες της κεντρικής και της δυτικής Μακεδονίας που έχουν πληγεί από την ανεργία. Μάλιστα αν συσχετιστούν τα ποσοστά ανεργίας με την εξέλιξη των τιμών κατοικιών τότε τα συμπεράσματα είναι αποκαλυπτικά: η υποχώρηση της ζήτησης είναι μεγαλύτερη σε περιοχές με μεγάλη ανεργία. «Ακόμα και σε οικογένειες που δεν έχουν πληγεί από την ανεργία η πρόθεση αγοράς κατοικίας δεν υφίσταται» τόνιζε χαρακτηριστικά στατιστικός που ασχολείται μελέτες προσδοκιών.

Οι περισσότεροι συνδέουν την σημερινή κατάσταση με την πολιτική των τραπεζών να περιορίσουν στο ελάχιστο τις χορηγήσεις στεγαστικών δανείων. Κάποιοι άλλοι πιστεύουν ότι η απάντηση στο ερώτημα κρύβεται στην ψυχολογία που έχει επικρατήσεις στην αγορά και η οποία υπαγορεύει στους υποψήφιους αγοραστές να τηρούν στάση αναμονής προσδοκώντας για το εγγύς μέλλον χαμηλότερες τιμές και χαμηλότερο κόστος χρήματος. Υπάρχουν και κάποιοι που θεωρούν ότι το πρόβλημα της αγοράς είναι πρόβλημα ρευστότητας , αφού σε περιόδους οικονομικής κρίσης η διακράτηση ρευστότητας περιορίζει στο ελάχιστο την ανασφάλεια που προέρχεται είτε από την προοπτική της ανεργίας είτε ακόμα και από το φυσιολογικό ενδεχόμενο της ταμειακής ρευστότητας που ήδη προβληματίζει εκατοντάδες χιλιάδες επαγγελματίες και επιχειρηματίες. Σε όλες αυτές τις απόψεις , που καταγράφονται πρέπει να προστεθεί και μία ακόμα .

Πρόκειται για την έλλειψη συγκροτημένης και στοχευμένης πολιτικής η οποία θα έχει αποκλειστικό στόχο την αναθέρμανση του ενδιαφέροντος για την αγορά ακινήτων. Οι υποστηρικτές της άποψης αυτής προβάλλουν ως επιχείρημα το παρελθόν . Λένε συγκεκριμένα , ότι πριν από 20 χρόνια ένα συνδυασμός φορολογικής και πιστωτικής πολιτικής που συνδύαζε την παροχή φορολογικών κινήτρων για την απόκτηση κατοικίας αλλά και την ευκολότερη και φτηνότερη χρηματοδότηση της αγοράς κατοικίας από συγκεκριμένες ομάδες υποψήφιων αγοραστών είχε ως συνέπεια όχι μόνο την αναθέρμανση της αγοράς αλλά και την θεαματική αύξηση των επενδύσεων σε ακίνητα και κατασκευές . Τότε , για μία ακόμα φορά η οικοδομή μετατράπηκε σε ατμομηχανή της οικονομίας που «παρέσυρε» όχι μόνο την ίδια αλλά και δεκάδες κλάδους της βιομηχανίας και του εμπορίου. Το σίγουρο είναι ότι τουλάχιστον μέχρι στιγμής δεν έχουν υπάρξει ενδείξεις ότι μελετάται ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Αντίθετα , όλα δείχνουν ότι η οικοδομή και η αγορά ακινήτων κινούνται χωρίς προσανατολισμό σχεδόν έρμαια της κρίσης. Και όμως η κατάσταση ενδεχομένως να ήταν πολύ διαφορετική αν διαφαίνονταν μία σαφής βούληση να στηριχτεί η οικοδομή αντιμετωπίζοντας τα καίρια προβλήματα που εμποδίζουν την ανάκαμψη της.

Τα αγκάθια στην μείωση των αντικειμενικών αξιών

Μπορεί η νέα ηγεσία του υπουργείου Οικονομικών να ανακοίνωσε την πρόθεσή της να προχωρήσει σε μείωση των αντικειμενικών αξιών, αλλά τοεγχείρημα αυτό δεν θα είναι καθόλου εύκολο . Τα προβλήματα στην υλοποίηση της εξαγγελίας είναι πολλά . Καταρχήν δεν υπάρχουν οι μηχανισμοί για να προχωρήσει μία ρεαλιστική απεικόνιση του επιπέδου των τιμών των ακινήτων. Οι βάσεις δεδομένων που υπάρχουν σήμερα και κυρίως αυτή της Τράπεζας της Ελλάδος, πόρω απέχει από την πραγματικότητα, αφού βασίζεται στις εκτιμήσεις που κάνουν οι εκτιμητές τωντραπεζών. Ο αριθμός των εκτιμήσεων λόγω κρίσης έχει περιοριστεί στο ελάχιστο και σίγουρα δεν καταγράφουν τα πραγματικά επίπεδα των τιμών. Και αν για την αγορά κατοικίας υπάρχουν οι βάσεις δεδομένων οι οποίες προέρχονται απο τα στοιχεία των τραπεζών, για την αγορά επαγγελματικών ακινήτων στην Ελλάδα δεν υπάρχουν οργανωμένες βάσεις δεδομένων, οπότε είναι αδύνατον να υπάρξει μία ρεαλιστική προσέγγιση του επιπέδου των τιμών, τόσο στους εμπορικους χώρους όσο και στην αγορά γραφείων. Τα μοναδικά διαθέσιμα στοιχεία προέρχονται από τις εκτιμήσεις που είναι υποχρεωμένες από το ισχύον θεσμικό πλαίσιο να κάνουν οι εταιρίες ακινήτων οι οποίες πραγματοποιούνται απο ιδιωτικές εταιρίες και αφορούν σε επενδυτικά ακίνητα προβολής . Οι εκτιμήσεις αυτές, σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να αποτελέσουν το σημείο αναφοράς για την εμπορική αξία του 95% του αποθέματος επαγγελματικών ακινήτων της χώρας. Μία πιθανή προσέγγιση θα μπορούσε να γίνει με βάση τα στοιχεία της τράπεζας δεδομένων που διατηρεί το υπουργείο Οικονομικών για τα μισθώματα, αλλά και η προσέγγιση αυτή αντιμετωπίζει πλείστα προβλήματα και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να καλύψει τις απαιτήσεις για μία συνολική αξιολόγηση των τιμών των επαγγελματικών ακινήτων. Από την άλλη πλευρά, μία αναπροσαρμογή των αντικειμενικών αξιών στη διάρκεια του επόμενου δωδεκαμήνου, μπορεί να αντιμετωπίσει τις αντιδράσεις των δανειστών, οι οποίοι είχαν συμφωνήσει με την προηγούμενη Κυβέρνηση οι σημερινές αντικειμενικές τιμές να ισχύσουν μέχρι το 2016. Οι δανειστές θεωρούν ότι ο αποπληθωρισμός των τιμών των ακινήτων θα έχει ως συνέπεια σημαντικές απώλειες φορολογικών εσόδων, τόσο από τη φορολογία των ακινήτων, όσο και από τη φορολογία εισοδήματος. Και αυτό σίγουρα είναι μία προοπτική που δεν τους είναι καθόλου ευχάριστη . Η άποψη η οποία προβάλλει ως η πλεόν ρεαλιστική, είναι μία οριζόντια μείωση των τιμών της τάξης του 30-35%. Αλλά και αυτό μπορεί να αποδειχθει μπούμερανγκ για το οικονομικό επιτελείο της Κυβέρνησης, καθώς όπως είναι γνωστό, το ποσοστό μείωσης των εμπορικών αξιών δεν ειναι ενιαία και εξαρτάται τόσο απο το είδος του ακινήτου, όσο και από την περιοχή στην οποία βρίσκεται. Ως γνωστόν σε κάποιες περιοχές και για ορισμένες κατηγορίες ακινήτων, οι σωρρευτικές απώλειες από την τελευταία αναπροσαρμογή των αντικειμενικών αξιών, μπορεί σε αρκετές περιπτώσεις να ξεπερνά το 50%. Αυτό πρακτικά μπορεί να δημιουργήσει τη νομική βάση για προσφυγές στη δικαιοσύνη, με τις οποίες θα αμφισβητούνται οι νέες τιμές.

Αγοράζουν στο West End

Πολλαπλασιάζονται εκείνοι που αγοράζουν ακίνητα στο με μετρητά στο West End του Λονδίνου. Κατά το τελευταίο τρίμηνο του 2010, στο West End, καταγράφηκε αύξηση 20% στους αγοραστές με μετρητά σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2009. "Τα χαμηλά επιτόκια θα μπορούσαν να είναι μια εξήγηση για αυτήν την ξαφνική αύξηση των αγοραστών με μετρητά, καθώς τα επιτόκια καταθέσεων δεν εξασφαλίζουν μια καλή απόδοση. Αυτό καθιστά τους ανθρώπους πρόθυμους να επενδύσουν σε κάτι που πιστεύουν ότι είναι πιο προσοδοφόρα», λένε οι μεσίτες που ασχολούνται με ακίνητα στην περιοχή. "Οι άνθρωποι μπορούν να δουν τη σταθερότητα και την ανάπτυξη στο West End η οποία οδήγησε στην αύξηση των τιμών των ακινήτων. Επίσης, οι μελετώμενες συγκοινωνιακές παρεμβάσεις που θα βελτιώσουν τις συνδέσεις περιφερειακών συγκοινωνιών μέσα και έξω από το West End, καθιστούν την περιοχή πιο ελκυστική και επηρεάζουν τις τιμές», επισημαίνουν. Αλλά και η αγορά γραφείων στην περιοχή καταγράφει άνοδο με αποτέλεσμα να προγραμματίζονται νέες αναπτύξεις.

Ενοίκια : Πυξίδα η Αθήνα

Για τους περισσότερους η αγορά κατοικίας στη περιοχή της πρωτεύουσας είναι η «καρδιά» της ελληνικής αγοράς. Οι αριθμοί αποδεικνύουν ότι μάλλον δεν έχουν άδικο οι υποστηρικτές της άποψης αυτής. Από τα στοιχεία της ς Στατιστικής  προκύπτει ότι στην περιοχή που διοικητικά ανήκει στη νομαρχία Αθηνών βρίσκεται το 27% του συνόλου των σπιτιών ολόκληρης της Ελλάδας. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον όμως παρουσιάζει και το καθεστώς χρήσης αυτών των σπιτιών αφού καλύπτουν το 23% των ιδιόκτητων κατοικιών και το 40% των ενοικιαζόμενων. Αναλυτικά στη νομαρχία Αττικής έχουν ανεγερθεί 953.574 κατοικίες από τις οποίες οι 614.612 είναι ιδιόκτητες και οι 288.356 ενοικιαζόμενες. Το μεγάλο ποσοστό των ενοικιαζόμενων κατοικιών δικαιολογείται τόσο από το γεγονός της μεγάλης συγκέντρωσης πληθυσμού στην περιοχή της πρωτεύουσας όσο και από το γεγονός ότι ένας μεγάλος αριθμός κατοικιών έχει αποκτηθεί από τους ιδιοκτήτες τους καθαρά για επενδυτικούς-αποταμιευτικούς σκοπούς.

Η ποιοτική αναβάθμιση της αγοράς κατοικίας που έχει καταγραφεί τα τελευταία χρόνια κρίνεται ως ιδιαίτερα σημαντική αφού ουσιαστικά σκιαγραφεί τις ανάγκες των καταναλωτών στα επόμενα χρόνια. Παράλληλα , μπορεί να θεωρηθεί ως ασφαλής δείκτης των αλλαγών σε τοπικές αγορές χαρακτηριστικό των οποίων είναι το μεγάλο απόθεμα κατοικιών ηλικίας άνω των 25 ετών. Ένα άλλο συμπέρασμα που προκύπτει από τα στοιχεία αυτά είναι ότι το ειδικό βάρος της αγοράς κατοικίας της Αθήνας είναι πιο σημαντικό στην διαμόρφωση των τιμών των ενοικίων αφού ουσιαστικά καλύπτει το 40% περίπου της ενεργού ζήτησης. Από την άλλη πλευρά η συγκέντρωση του 27% του αποθέματος των κατοικιών της χώρας στο διοικητικό διαμέρισμα της νομαρχίας Αθηνών σε συνδυασμό με την οριακή μεταβολή των δημογραφικών δεδομένων οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τα περιθώρια σημαντικής μεγέθυνσης της αγοράς είναι βραχυπρόθεσμα περιορισμένα αν και είναι πιθανό η ζήτηση να προέλθει από κατοίκους της πρωτεύουσας οι οποίοι είναι ενοικιαστές.

Δικαστική ασπίδα σε κατασχέσεις

Δικαστική απόφαση υψώνει ασπίδα προστασίας για τους πολίτες που απειλούνται με κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων, αφού διαπιστώνει ότι η συγκεκριμένη διαδικασία πρέπει να σέβεται συνταγματικές διατάξεις που κατοχυρώνουν την αρχή της αναλογικότητας και τον σεβασμό της ανθρώπινης αξίας. Το Διοικητικό Πρωτοδικείο Πειραιά έκρινε ότι πρέπει να «παγώσει» η διαδικασία αναγκαστικής κατάσχεσης και πλειστηριασμού ακινήτου αξίας 1.350.000 ευρώ που κίνησε το Δημόσιο σε βάρος οφειλέτριας ποσού 102.000€ (με τις σχετικές προσαυξήσεις), καθώς είχε ήδη κατοχυρώσει τη δυνατότητα είσπραξης των οφειλομένων με αναγκαστική κατάσχεση των ενοικίων που απέδιδε το συγκεκριμένο ακίνητο επιτρέποντας την κάλυψη του ποσού εντός 3ετίας. Το δικαστήριο βάζει ουσιαστικά «φρένο» στους άδικους και υπερβολικούς πλειστηριασμούς που γίνονται με τη συχνότατη αναγκαστική κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων πολύ μεγαλύτερης αξίας από τα οφειλόμενα.

Μάλιστα η αρεοπαγιτική νομολογία έχει κρίνει καταχρηστική την τραπεζική κατάσχεση ακινήτου πολύ ακριβότερου από το ποσό οφειλής και ενώ υπήρχε δυνατότητα κατάσχεσης άλλου ακινήτου μικρότερης αξίας που αντιστοιχούσε στο ύψος του χρέους, υπερκαλύπτοντάς το. Στη συγκεκριμένη υπόθεση, ΔΟΥ προχώρησε σε αναγκαστική κατάσχεση διώροφης παλαιάς οικοδομής για χρέη 48.000€ και μέσα σε ένα 6μηνο εξέθεσε το ακίνητο σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό με διπλασιασμό του ποσού (με προσαυξήσεις κλπ.). Ομως, είχε προηγηθεί η αναγκαστική κατάσχεση των ενοικίων επαγγελματικής στέγης (καταστήματος) που λειτουργούσε στο ισόγειο, που απέφερε 3.000€ μηναίως.

Το Διοικ. Πρωτοδικείο Πειραιά δέχθηκε (2364/11) ότι η μίσθωση αυτή είναι επαγγελματική και λήγει το 2018, με προοπτική τα κατασχόμενα από το Δημόσιο να φθάσουν τα 144.000 ευρώ, ποσό που υπερκαλύπτει την οφειλή. Ετσι, όμως, ο πλειστηριασμός του ακινήτου (αξίας 1,35 εκατ. € με τιμή εκκίνησης 810.000€) υπερβαίνει το προσήκον μέτρο για την ικανοποίηση της ΔΟΥ και τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, όπως διαπιστώνει το δικαστήριο. Παράλληλα δέχεται ότι παραβιάζεται η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, καθώς το Δημόσιο, ξεπερνώντας το εύλογο μέτρο, έχει ήδη διασφαλίσει τις απαιτήσεις του με την κατάσχεση και τμηματική είσπραξη των ενοικίων, με συνέπεια η βλάβη της ιδιοκτήτριας-οφειλέτριας να είναι καταφανώς δυσανάλογη σε σχέση με την ωφέλεια του επισπεύδοντος τον πλειστηριασμό Δημοσίου.

pomidaani

nomisma_140x60
baner-pontiki